16 Ιανουαρίου 2011

τα ντουμάνια, στου τρένου τις γραμμές, σου δείχνουνε το χθες, θες δε θες

κυριακή πρωί καλημέρα
Ανάγκη να μετατρεπόμαστε διαρκώς σε εικόνα
Οδυσσέας Ελύτης

ένα τραγούδι με εικόνες που το λατρεύω
από μια ταινία που κατά τη γνώμη μου (δεν συμφωνούν όλοι μ' αυτό) είναι μακράν η καλύτερη
ελληνική ταινία
τι έχει αυτό το τραγούδι και με κάνει και...

κλαίω ΚΑΘΕ φορά που το ακούω


Στα λιμάνια ανάψανε φωτιές  


Πολίτικη κουζίνα
Στίχοι: Τάσος Μπουλμέτης
Μουσική: Ευανθία Ρεμπούτσικα

Πες μου τι ζητάς
στους σταθμούς που αγάπησες
ό,τι κι αν σου πουν
οι πυξίδες δείχνουν πάντα το βοριά

Αν δεν προδωθείς
απ' τα χνάρια που άφησες
δεν θα λυτρωθείς
αν γυρίζεις στα λημέρια της πληγής

Τα ντουμάνια στου τρένου τις γραμμές
σου δείχνουνε το χθες θες δε θες
Στα λιμάνια των φάρων οι ριπές
ανάψανε φωτιές αχ μην κλαις

Αν χαθείς ξανά
στης καρδιάς τον μαχαλά
Κάπου εκεί κοντά
Μεθυσμένη περιμένει μια σκιά

Βάλσαμο γλυκό
Θα 'μαι δίπλα σου εγώ
χάρτης που διψώ
το μελάνι της πορείας σου να πιω




ΠΟΛΙΤΙΚΗ κουζίνα
Η ταινία
του Τάσου Μπουλμέτη, προσπαθεί με την ψυχραιμία που της επιτρέπει η χρονική απόσταση, να ασχοληθεί με μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο και με τις κοινωνικές της προεκτάσεις, ρίχνοντας φως σε μια πτυχή των ελληνοτουρκικών σχέσεων, αλλά και στα προβλήματα προσαρμογής που αντιμετώπισαν οι πρόσφυγες, κυρίως στην πίκρα των ανθρώπων εκείνων που «οι Τούρκοι τους έδιωξαν ως Έλληνες και οι Έλληνες τους υποδέχθηκαν ως Τούρκους».
Ο τίτλος της ταινίας στην Ελλάδα δόθηκε με τέτοιο τρόπο -η λέξη ΠΟΛΙΤΙΚΗ με κεφαλαία γράμματα, ώστε αφού δεν έχει τόνο, να υπάρχει η ελευθερία να διαβαστεί και ως Πολιτική αλλά και ως Πολίτικη και η λέξη κουζίνα με μικρά-  ώστε να αποκτήσει διττή έννοια, και να παραπέμπει στην πολιτική σε σχέση με τα γεγονότα της Κωνσταντινούπολης (Πόλης) του 1964 και γενικότερα με  τα κοινωνικοϊστορικά γεγονότα με τα οποία καταπιάνεται τα οποία είναι πρωτίστως πολιτικά.

Παρακολουθούμε, μέσα στο χώρο και στον χρόνο, το ταξίδι του μικρού Φάνη και της οικογένειάς του, από την Πόλη, την πιο όμορφη πόλη στον κόσμο όπως λένε οι ίδιοι, έπειτα απ`την απέλασή τους, στην Αθήνα, μια πόλη πολύ διαφορετική και λιγότερο φιλόξενη απ`όσο πίστευαν. Συνοδοιπόρος του Φάνη σ`αυτό το μακρύ ταξίδι είναι τα λόγια του παππού του και οι αναμνήσεις που κράτησε καλά φυλαγμένες στο μυαλό του, αναμνήσεις και λόγια πλημμυρισμένα από χρώμα, ήχους, γεύσεις και κυρίως, αρώματα και μυρωδιές.

Πράγματι... μπορείς σχεδόν καθόλη τη διάρκεια του έργου να γευτείς, να μυρίσεις τα αρώματα των μπαχαρικών, που δεν είναι απλά ένα υλικό, αλλά σύμβολα της κουλτούρας και της φιλοσοφίας ενός λαού, μιας πολιτιστικής κληρονομιάς, που πεζά ξεκινάει από το φαγητό, για να καταλήξει σε ολόκληρο τον κόσμο, σε ολόκληρο το σύμπαν. Είναι σαν στα μπαχαρικά, να βρίσκεται καλά κρυμμένη μια μυστικιστική κουλτούρα, σαν να έχουν ιδιότητες μαγικές, χαμένες στους αιώνες, που πρέπει να τις ανακαλύψεις.
Μια περιπλάνηση σχεδόν απόκοσμη, σ`έναν κόσμο όπου όλα ξεκινάνε και τελειώνουν στην γαστρονομία.

Τα απλά πράγματα τις καθημερινότητάς μας, αγαπημένα πρόσωπα, χαμόγελα ή λυπημένα βλέμματα, τραπεζώματα και κουβέντες, παιδικοί έρωτας που ποτέ δεν ξεχάστηκαν, όλα, είναι μέρος του ίδιου του σύμπαντος, του ίδιου μας του εαυτού.
Και όσο αδυνατούμε να καταλάβουμε τη σημασία τους, όσο αρνούμαστε να τους δώσουμε την αξία που έχουν, τόσο αυτά  εξυψώνονται στα μάτια μας, τόσο μιλούν στην ψυχή μας προκαλώντας μας ένα αίσθημα αναπόλησης και συγκίνησης που είχαμε καλά καταχωνιασμένο σε κάποια σκοτεινή γωνιά του μυαλού μας.


"στο πατάρι", η ωραιότερη σκηνή του έργου

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Τώρα θες να σου πω και έγω για τα τρένα που έφυγαν
δεν θα πω τίπατα(σου την έφερα)σήμερα θα το παίξω υπεράνω
jim

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...