το είχα εντελώς ξεχάσει πως σας "χρώσταγα" το τελευταίο μέρος του λεξικού των λέξεων που "δεν υπάρχουν στα λεξικά"
τα δυο προηγούμενα για να τα θυμηθείτε αν θέλετε είναι
πάμε λοιπόν τώρα στο τρίτο και τελευταίο μέρος με 8 νέα λήμματα
Τραπεμαντησκίστης, (-στρια –επιθ.) Άνθρωπος που για εντελώς ανεξήγητους λόγους επιτίθεται μετά μανίας στα...
πλαστικά τραπεζομάντιλα εστιατορίων και τα κάνει χίλια κομμάτια ενόσω τρώει συνήθως όμως, προτού ξεκινήσει ή αφού τελειώσει).Τσουρουφλάθομαι, (ρ. αμετβ.) Κάθομαι αμέριμνα και απερίσκεπτα σε πλαστικό κάθισμα αυτοκινήτου που ήταν παρκαρισμένο στις 3 η ώρα το μεσημέρι σε παραλία χωρίς σκιά.
Υδροτηλέφωνο, (το) Τηλεφωνική συσκευή που είναι προγραμματισμένη να χτυπά δυο λεπτά αφότου μπεις να κάνεις μπάνιο. Το υδροτηλέφωνο είναι επίσης προγραμματισμένο να σταματήσει να χτυπά μόλις το σηκώσεις, ενώ στάζεις νερά παντού και κινδυνεύεις από πνευμονία.
Υπουλεγγίζω, (ρ. μετβ.) Προσπαθώ να προσεγγίσω κάποιον που με ενδιαφέρει ερωτικά σε πάρτυ ή άλλη κοινωνική περίσταση χωρίς όμως να αποκαλύψω το ενδιαφέρον μου και γίνω ρεζίλι σε περίπτωση που το ενδιαφέρον δεν είναι αμοιβαίο.
παράδειγμα: "Η Λένα υπουλέγγιζε τον Τάσο όλο το βράδυ, αλλά το έκανε τόσο προσεκτικά που εκείνος δεν πήρε χαμπάρι κι έτσι τον κέρδισε μια ξέκωλη που του τα έριξε χύμα".
Φυσοτρώω, (ρ. μετβ.) Όταν από τη λαιμαργία μου προσπαθώ να φάω κάτι που ακόμα αχνίζει και το
βάζω στο στόμα μου οπότε αναγκάζομαι να κρατάω το στόμα μου ανοιχτό και να φυσάω και να ξεφυσάω ελπίζοντας να δημιουργήσω ρεύματα αέρος που θα ψύξουν την άτιμη μπουκιά μου.
Ενίοτε βγάζω και άναρθρους ήχους, οι πιο ηλίθιοι δε, κουνούν την παλάμη τους μπροστά απ' το στόμα, λες κι αυτό βοηθάει.
Χεστικός, (-η, -ο –επιθ.) Οποιοδήποτε ανάγνωσμα (περιοδικό, εφημερίδα, βιβλίο, οι οδηγίες στη συσκευασία της χλωρίνης ή του σαμπουάν) που φυλάσσεται στην τουαλέτα προς χρήση κατά την ώρα της αφόδευσης.
παράδειγμα: "Ο Φαίδων είχε ήδη διαβάσει όλα τα χεστικά, ακόμη και τα τασιενεργά συστατικά του Τάιντ, και μετάνιωσε που δεν είχε πάρει μαζί του την εφημερίδα".
Χορτάγχος, (το) Το άγχος που σε κυριεύει την ώρα που τρως πραγματικά εξαίσια φαγητά μήπως χορτάσεις προτού προλάβεις να τα δοκιμάσεις όλα.
παράδειγμα: "Μην χορταγχώνεσαι βρε Νεκτάριε, θα ξανάρθουμε!"
Ψευδοπτώματα, (τα) Το είδος αθώων ψεμάτων που αναγκάζεσαι να πεις σε όποιον ζητά τη γνώμη σου για κάτι που φορά αλλά δεν μπορείς να του πεις στα ίσα ότι είναι άθλιο διότι δεν τον ξέρεις αρκετά καλά.
Ψυγγιές, (οι) Οι φωνές του περιπτερά να κλείσεις το ψυγείο.
τέλος του λεξικού

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου