24 Φεβρουαρίου 2011

κάνοντας θέατρο, σε πείσμα των καιρών

Προδημοσίευση από το βιβλίο της Κάτιας Γέρου
δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Αυγή στις 12.12.10 

(εν τω μεταξύ το βιβλίο έχει δημοσιευτεί με τίτλο
"Αλλάζοντας τους παλμούς της καρδιάς"
και υπότιτλο "Συζητήσεις για το θέατρο με την Ιόλη Ανδρεάδη"
εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, 22,60 στο ιντερνετικό βιβλιοπωλείο της Πρωτοπορίας)
(έχω επισημάνει τα σημεία που μου άρεσαν περισσότερο)
Επί τριάντα χρόνια -όσα δουλεύω στο θέατρο- διαβάζω πάντα με βουλιμία κι απόλαυση ό,τι βιβλίο πέσει στα χέρια μου γύρω απ' την τέχνη του ηθοποιού και την περιπέτεια του θεάτρου. Στην αρχή ήταν όλα...
καινούργια· σιγά σιγά, καθώς συσσωρευόταν μια εμπειρία, έπεφτα πάνω σε πράγματα που ήδη γνώριζα ή νόμιζα πως γνώριζα ή που, τέλος πάντων, είχα συναντήσει. Διατυπωμένα όμως κάθε φορά αλλιώς. Από αυτή τη διαφορετική διατύπωση εξακολουθούσα να μαθαίνω πράγματα. Ήταν σαν να είχα πρόσβαση σε έναν άτυπο τουριστικό οδηγό, γραμμένο από πολλούς ταξιδιώτες: «εδώ είναι ένα φτηνό και καλό φαγάδικο», «αυτή η παράκαμψη σε βγάζει σε ένα τοπίο που οφείλεις να δεις», «την τάδε μέρα η είσοδος στα μουσεία είναι δωρεάν», «πρόσεχε το νερό και κάνε τα εμβόλιά σου» κ.τ.λ.
Μου γεννήθηκε έτσι η επιθυμία και πήρα το θάρρος να γράψω κι εγώ. 
Συν το γεγονός ότι, διδάσκοντας επί πολλά χρόνια, αντιλήφθηκα πως τις μέρες που κατάφερνα να συμπυκνώσω κάτι που έπρεπε να μεταφέρω στους μαθητές σαν πληροφορία, όταν κατάφερνα πραγματικά να το συμπυκνώσω σε μια φράση ή παρομοίωση ή σε μια σύντομη ιστορία, αποδεικνυόταν χρήσιμο. Ανέβαλλα όμως συνεχώς την απόπειρα αυτή σ' ένα μακρινό μέλλον, μέχρι που κάποια στιγμή κατάλαβα ότι τώρα θέλω να το προσπαθήσω, τώρα που παλεύω ακόμα με την τέχνη αυτή, που ακόμα μπερδεύομαι, χαίρομαι και απελπίζομαι, τώρα που η μνήμη είναι νωπή.
Μια φίλη είχε πει κάποτε την εξής φράση: «Εμένα η φύση μου είναι σπάταλη, όμως μπορώ να ζήσω και με μια φέτα λεμονιού». Ενθουσιάστηκα κι από τότε τη λέω όπου σταθώ κι όπου βρεθώ. Είναι συγκλονιστική φράση. Δεν είπε: «Μπορώ να ζήσω μ' ένα ξεροκόμματο», αυτό εκπέμπει μιζέρια. Δεν είπε, δηλαδή, θα ζήσω σαν ζητιάνα· είπε θα ζήσω σαν νεράιδα. Μεταμόρφωσε με έναν τρόπο την απειλή της ανέχειας και της έδωσε διαφάνεια, φινέτσα. Μπορεί να υπάρξει ομορφιά, κομψότητα και δημιουργία μέσα στην ανέχεια; Με προσωπική σκηνοθεσία και καθημερινό αυτοσχεδιασμό, ναι, μπορεί.
Στη δεκαετία του '60, οι γονείς μου κατάφεραν με χίλιες στερήσεις να φτιάξουν ένα μικρό σπίτι στο Αγρίνιο. Μπήκαμε μέσα πριν τελειώσει, το δάπεδο ήταν ακόμα τσιμέντο, χρήματα για έπιπλα δεν υπήρχαν. Η μαμά μου, λοιπόν, πήρε καφάσια απ' τη λαϊκή, έφτιαξε μαξιλάρια, τα έντυσε με καλύμματα, έμπαινες σπίτι μας κι ήταν τόσο όμορφο... Και θυμάμαι ότι εγώ, όταν ερχόταν κάποιος, σήκωνα τα καλύμματα, αποκάλυπτα τα καφάσια κι έλεγα όλο καμάρι: «Κοίτα τι έφτιαξε η μαμά μου». Κι εκείνη μου 'λεγε μετά: «Ντροπή δεν είναι που έχουμε καφάσια για έπιπλα, όμως έτσι σκέτα δεν είναι όμορφα, δεν το βλέπεις κι εσύ; Γι' αυτό τα σκέπασα. Δεν χρειάζεται να τα δείχνεις». Όμως εγώ συνέχιζα τα αποκαλυπτήρια, γιατί στο παιδικό μυαλό μου η μαμά μου είχε κάνει ένα επίτευγμα. Κατάφερε το ακατόρθωτο. Απ' το τίποτα, από σκουπίδια, έφτιαξε έναν κόσμο όμορφο.
Έπαιρνε τα παλιά στρατιωτικά ρούχα του μπαμπά, όταν αυτός αποστρατεύτηκε, τα έβαφε και μας έραβε τα ρούχα μας. Η αδερφή μου κι εγώ κυκλοφορούσαμε σαν φιγουρίνια, κι ας ήμασταν από τις πιο φτωχές οικογένειες της γειτονιάς. Με μια έννοια, το γούστο μου καθηλώθηκε εκεί, στο φτιάχνω πράγματα με ελάχιστα μέσα και νιώθω πλήρης, δεν έχω το μάτι μου καρφωμένο στις ανέσεις του διπλανού. Γι' αυτό κι αργότερα, στο θέατρο, ποτέ δεν με συγκίνησαν οι περιστρεφόμενες σκηνές, τα μεγάλα βίντεο-γουόλ, τα πλούσια κοστούμια και λοιπά. Ένιωθα ότι το θαύμα μπορεί να συμβεί με ελάχιστα αντικείμενα, υποδηλωτικά κοστούμια, μια άδεια σκηνή, ένα γερό κείμενο και εκπαιδευμένους ηθοποιούς. Το είδα να συμβαίνει αυτό στο Θέατρο Τέχνης.
Ερχόμαστε τώρα στο σήμερα. Ζούμε ένα αίσθημα εθνικής κατάθλιψης, όλοι κολυμπάμε εκεί μέσα. Κι επειδή υπάρχει μια πρόσφατη «ποπαρτίστικη» τάση να παίζουν διάφοροι με τις στάσεις των αγαλμάτων, ζήλεψα και θέλω να το κάνω κι εγώ. Όμως και η ποπ αρτ θέλει έναν στοιχειώδη δείκτη νοημοσύνης από τους «καλλιτέχνες», δεν μπορείς π.χ. να δείξεις την Αφροδίτη της Μήλου ως προστάτιδα των off shore εταιρειών, είναι πολύ φίνα για τον ρόλο αυτό και βεβαίως δεν ασχημαίνει αυτή -αυτή ό,τι ήταν να πάθει τό 'παθε: ακρωτηριάστηκε, μετανάστευσε, τι άλλο πια να πάθει;- ασχημαίνεις εσύ που το σκέφτηκες. Θα 'θελα, λοιπόν, νά 'βαζα την Αφροδίτη με σκυμμένο το κεφάλι, να το στηρίζει στα κομμένα της χέρια -κάπως σαν τη στάση του Σκεπτόμενου του Ροντέν- βαθιά λυπημένη, απαρηγόρητη, να αναλογίζεται όλες τις γενιές που πέρασαν τα τελευταία εβδομήντα χρόνια σ' αυτή την πολύπαθη χώρα, μέσα από τον αντιφασιστικό αγώνα, τον Εμφύλιο, τις εξορίες, τη μετανάστευση, τη δικτατορία, παλεύοντας, χωρίς να το βάζουν κάτω.
Όλους αυτούς τους αξιοπρεπείς, γενναίους, εργατικούς, πονεμένους ανθρώπους, οι οποίοι δεν είχαν ούτε τζιπάρες στο γκαράζ τους, ούτε πισίνα στο σπίτι τους, που ένα πρωί ξύπνησαν και έμαθαν ότι πτώχευσαν κι άλλο. Και ότι, από 'δώ και στο εξής, δεν εξυπακούεται τίποτα. Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν εξυπακουόταν τίποτα, αν σκεφτούμε ότι αυτή η μικρή, σαν κουκκίδα στον χάρτη, τρελαμένη χώρα, τώρα που μιλάμε είναι πέμπτη παγκοσμίως σε στρατιωτικούς εξοπλισμούς (ως το 2005 ήταν τρίτη!). Και που πριν την κρίση, ο ένας στους τέσσερις κατοίκους της ζούσε στα όρια της φτώχειας. Με τέτοιες παλαβές συνθήκες, πάλι καλά που ακόμα υπάρχουμε και μπορούμε να συζητάμε περί τέχνης, καλή ώρα, και δεν έχουμε όλοι εξαερωθεί προ πολλού.
Τι κάνουμε μέσα σ' αυτή την καινούργια συνθήκη; Πώς δουλεύει ο καλλιτέχνης, ο κάθε άνθρωπος εν τέλει, στα χρόνια της ύφεσης; Βεβαίως θα περιορίσει τις ανάγκες του. Θα ακούσει τα λόγια του σοφού Τσαρούχη στο ντοκιμαντέρ του Δ. Βερνίκου: «Το πρώτο που πρέπει να κάνει ο καλλιτέχνης είναι να μην έχει πολλές ανάγκες». Θα ακούσει τον Μιχάλη Κατσαρό στο Κατά Σαδδουκαίων: «Μην αμελήσετε. Πάρτε μαζί σας νερό. Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία». Θ' ακούσει προσεχτικά τα λόγια του Κουν: «...μόνος ο καθένας είναι ανήμπορος, μαζί ίσως κάτι μπορέσουμε να κάνουμε» και «...έζησα λιτά και από ανάγκη, γιατί ποτέ δεν είχα χρήματα πολλά». Ή τους στίχους του Λευτέρη Πούλιου: «Άσχημοι καιροί, καιροί του χαμένου θάρρους, κι η ποίηση στη μέση του γονατισμένου λαού». Θα κάτσει να υπολογίσει τα πράγματα από την αρχή: πού χαλάρωσε, πού αφέθηκε, πού έκανε ίσως εύκολα ή ψυχρά πράγματα γιατί έφερναν κέρδη ή γιατί θεωρούνταν «τρέντι».
Πώς να το κάνουμε; Είχαμε υποστεί μια ψυχική μετάλλαξη, ήμασταν καθένας για την πάρτη του, οφείλουμε να το παραδεχτούμε. Υπήρξε μια λαίλαπα κακογουστιάς και δεν την εμποδίσαμε, νομίσαμε ότι η χώρα μας ανήκει στο κλαμπ των τυχερών και πιαστήκαμε στον ύπνο. Ένα από τα πρόσωπα των Μικρών Εξεγέρσεων (50ο festival Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2009) έλεγε σε μια στιγμή: «Πεθαίνει ο τόπος μας, αγνώριστος γίνεται, γαμώ την εξέλιξη, γαμώ». Συνέχεια μουρμουράω μέσα μου τον τελευταίο καιρό αυτό το «γαμώ την εξέλιξη, γαμώ», κι ας ξέρω ότι δεν είναι πολιτικά ορθό. Όμως μπορεί τα ζόρια που εμφανίστηκαν να μας κάνουν να ξεθάψουμε έναν δημιουργικό, αλληλέγγυο εαυτό που είχε σωπάσει μέσα μας, που αποκοιμήθηκε νανουρισμένος γλυκά από μια ψεύτικη ευμάρεια. Ποιος ξέρει; Όλα μέλλει να αποδειχθούν. Ένα είναι το σίγουρο:  
Τώρα είναι ο καιρός της δράσης μας
Τώρα, που δεν ξέρουμε τι θα μας ξημερώσει.

Υπήρξε μια λαίλαπα κακογουστιάς και δεν την εμποδίσαμε

για την ιστορία
Κάτια Γέρου
Η Κάτια Γέρου, μια σύγχρονη ταλαντούχος ηθοποιός, γεννήθηκε στο Αγρίνιο, όπου έζησε μέχρι τα δεκάξι της. Ύστερα ήρθε με την οικογένειά της στην Αθήνα. Εγγράφηκε στη Νομική, ασχολείται με τη μουσική- τραγουδάει υπέροχα- ώσπου περνάει στη θεατρική ομάδα του Πανεπιστημίου. «Για να μορφωθώ πήγα. Όχι γιατί είχα κάποια φλέβα», δηλώνει. Το Μάιο του ΄75 ανεβάζουν με την ομάδα του Πανεπιστημίου στο Ηρώδειο τον «Κύκλο με την κιμωλία» του Μπρεχτ. Με δύο κορίτσια στο ρόλο της Γκρούσα στα δύο μέρη του έργου. Η Κάτια Γέρου θα είναι η πρώτη Γκρούσα. Την επόμενη χρονιά δίνει εξετάσεις στη δραματική σχολή του «Θεάτρου Τέχνης». Αυτό ήταν. «Όλα έγιναν λίγο τυφλά και τυχαία. Η αγάπη για το θέατρο σιγά σιγά ήρθε. Ήμουν άλλωστε ένα κλειστό και φοβισμένο παιδί». Το ΄79 μόλις αποφοιτά, ο Κουν τη ρίχνει στα βαθιά νερά: Κασσάνδρα στις «Τρωαδίτισσες» και Επίδαυρος. Ακόμα τη θυμάμαι με το στεφάνι του Διονύση Φωτόπουλου στο πανέμορφο κεφάλι- κορίτσι με σπάνια σκηνική φινέτσα, να δονείται.
Εκτός από τον Κάρολο Κουν δύο άνθρωποι τη σημάδεψαν στην πορεία της: ο Γιώργος Λαζάνης, ο μέντοράς της- «μου έδωσε- και όχι μόνο σε μένα- το εφόδιο της εσωτερικής ευκινησίας. "Έναν ψυχρό ρόλο οφείλετε να τον παίζετε με θερμοκρασία" έλεγε»- και ο ζωγράφος, σκηνογράφος και σκηνοθέτης, σύντροφός της στη ζωή εδώ και είκοσι ένα χρόνια Κυριάκος Κατζουράκης, με τον οποίο ιδιαίτερα και από τους πρώτους ευαισθητοποιήθηκαν, μέσα από παραστάσεις και την ταινία «Ο δρόμος προς τη Δύση», στο θέμα «μετανάστες»- «μαζί του έμαθα κάτι που διάβαζα αλλά ποτέ δεν θα το έκανα μόνη μου: πως ένας καλλιτέχνης μπορεί να πάει και σε άλλες μορφές τέχνης. Μόνον έτσι δεν θα γεράσει η ψυχή του».

σας αρέσει ο Μπραμς;
απόσπασμα


η Τζένη των Πειρατών
απόσπασμα από την παράσταση Cabaret "TRANSIT"  του Bertold Brecht
ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ 1996 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...