3 Φεβρουαρίου 2011

ένας μεγάλος σκηνοθέτης, ένας σπουδαίος Έλληνας της διασποράς, ένας...

όλοι οι δρόμοι προς την απόγνωση
H Ιστορία αποφάνθηκε πανηγυρικά: η εποχή που εξτρεμιστές σαν κι αυτόν μπορούσαν να υπερασπίζονται κάθε είδους χαμένους αγώνες, αρκεί ο σκοπός τους να ήταν να κάνουν στάχτη οποιαδήποτε οργανωμένη κοινωνία, έχει παρέλθει, πρέπει κι αυτός να γυρίσει σελίδα. Mε τη σκέψη αυτή, ο Νίκος Παπατάκης ολοκληρώνει τη μυθιστορηματική αυτοβιογραφία του και με το περίστροφο που...
του είχαν δώσει κάτι τρομοκράτες έπειτα από κάποια ενέργεια δίνει τέλος στον ήρωα του βιβλίου του αποχαιρετώντας το χλομό του είδωλο από το οποίο, σύμφωνα με την καταληκτική φράση της αφήγησης, θα μπορούσε να παραδειγματιστεί.
Θέλω να γράψω για το Νίκο Παπατάκη, που πέθανε στις 23 Δεκεμβρίου της προηγούμενης χρονιάς. Και θέλω να γράψω γι' αυτόν γιατί ο Παπατάκης δεν ήταν απλά ένας πολύ σπουδαίος κινηματογραφικός σκηνοθέτης, με μια ιδιαίτερη ματιά, που δεν "χάρισε κάστανα" ούτε και στους δικτάτορες της επταετίας. (δεν λέω ότι αυτός ήταν ο μόνος, αλλά ήταν ένας από τους λίγους ανθρώπους του κινηματογράφου που εναντιώθηκαν ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ στη δικτατορία) ήταν ένα ανήσυχο πνεύμα, ένας αληθινός αναρχικός και ίσως ο τελευταίος αυθεντικός του είδους.
"Είμαι αναρχικός, έχω πολιτική συνείδηση αλλά είμαι individualiste", έλεγε ο ίδιος ο Παπατάκης. Η βία που κυριαρχεί στις κοινωνικές σχέσεις καθορίζει και τις διαπροσωπικές επαφές, και τελικά τις καταστρέφει. Η αγάπη, η εξέγερση, που βρίσκονται πάντα στο επίκεντρο της θεματικής του Παπατάκη, δεν μπορούν να οδηγήσουν στη σωτηρία. Κάθε ιστορία οδηγεί αναπόφευκτα στην αποτυχία, στον θάνατο, χωρίς δυνατότητα διαφυγής ή λύτρωσης. Πράγμα που δεν εμποδίζει τους ήρωες του να αντιστέκονται. Αυτό το μείγμα λυρισμού και άκαμπτης βίας στις ταινίες του Νίκου Παπατάκη με αγγίζει βαθιά. Στα χνάρια ενός άλλου μεγάλου αναρχικού του σινεμά, του Μπουνιουέλ, ο Παπατάκης προτείνει τη βία ως έκφραση αυτόνομης δράσης, ως ένα θεμιτό μέσο για την ανατροπή μιας καταπιεστικής κοινωνικής, πολιτικής ή ηθικής τάξης.
Γεννημένος το 1918 στην Αντίς Αμπέμπα της Αιθιοπίας, όπου αντιστάθηκε πολεμώντας τα ιταλικά στρατεύματα του Μουσολίνι, ο Παπατάκης αναγκάστηκε να εξοριστεί βρίσκοντας καταφύγιο αρχικά στον Λίβανο και εν συνεχεία στην Ελλάδα. Το 1939 εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Παρίσι. Eκεί σπούδασε υποκριτική στη σχολή της Solange Sicart και ξεκίνησε την καριέρα του ως ηθοποιός και η πρώτη του επαφή με τον κινηματογράφο ήταν η παρουσία του σε ταινίες σαν κομπάρσος..
Στην πορεία του στο  Παρίσι, γνωρίστηκε και  συναναστράφηκε όλη την αφρόκρεμα της γαλλικής διανόησης, από τον Ζαν Πολ Σαρτρ και τον Ζαν Κοκτό μέχρι τον Ζαν Ζενέ, και τους ποιητές Αντρέ Μπρετόν, Ζακ Πρεβέρ και Ρομπέρ Ντενό.
Το 1962 γυρίζει την πρώτη του ταινία "Οι Άβυσσοι"(σημείωση: δελιά η ασίσα της ταινίας) βασισμένη στο μυθιστόρημα του Ζενέ "Οι Δούλες". Αφορμή για εκείνο το βιβλίο και κατ' επέκταση για την ταινία, στάθηκε ένα περιστατικό που είχε συγκλονίσει την Γαλλική κοινωνία το 1930, το έγκλημα των αδερφών Παπίν, που δολοφόνησαν τα αφεντικά τους στο σπίτι όπου εργάζονταν ως υπηρέτριες. Το περιστατικό αυτό έθιξε πολλά ταμπού και προκάλεσε έντονες συζητήσεις σε ακαδημαϊκούς αλλά και φιλοσοφικούς κύκλους. Η εξέγερση της εργατικής τάξης απέναντι στην καταπίεση των αφεντικών αλλά και η ομοφυλοφιλία και η αιμομιξία (καθώς οι αδερφές φαίνεται να είχαν και ερωτικές σχέσεις μεταξύ τους), συντάραξαν την Γαλλική κοινωνία αφήνοντας ανοιχτές πληγές που δεν είχαν κλείσει ούτε καν μετά από 36 χρόνια όπως φαίνεται από τις αντιδράσεις που προκάλεσε η προβολή της ταινίας στο φεστιβάλ των Καννών το 1963.
για τις "Αβύσσους"
Από την αρχή κιόλας δημιούργησε μια άρρωστη, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, που ξεχείλιζε από την οργή των δύο γυναικών οι οποίες ήταν εγκλωβισμένες μέσα σε αυτή την κατάσταση χωρίς καμία ελπίδα διεξόδου καθώς επειδή δεν είχαν πληρωθεί για τρία ολόκληρα χρόνια δεν είχαν καν την δυνατότητα να εγκαταλείψουν το σπίτι αυτό και να αναζητήσουν την τύχη τους κάπου αλλού. Η οργή τους αυτή άρχισε να αγγίζει τα όρια της παράνοιας όταν τα αφεντικα τους επισκεύτηκαν απροειδοποίητα το σπίτι το οποίο όντας απομονωμένο μέσα στην ερημιά, έμοιαζε με μια εξορία για τις δύο κοπέλες. Η κατάσταση άρχισε να φεύγει από τον έλεγχο τόσο έντονα που η ταινία άρχισε να αποκτά μια περίεργη ατμόσφαιρα που κατέληγε να ακροβατεί μεταξύ του σουρεαλισμού, του τρόμου και του ακραίου ψυχολογικού δράματος.
Η έντονη θεατρικότητα των ερμηνειών που προέκυπτε μέσα από μια υπερβολη στις κινήσεις των ηθοποιών και τα ακραία συναισθηματικά τους ξεσπάσματα, ενίσχυε αυτή την περίεργη και άβολη αίσθηση που αφήνει στον θεατή η ταινία, ο οποίος αρχίζει και αυτός σταδιακά να παρασύρεται από το πνεύμα της ταινίας περιμένοντας την καταστροφή, μη γνωρίζοντας όμως πότε και πως αυτή θα προκύψει.
Η ταινία ασχολείται περισσότερο με την ψυχοσύνθεση των δύο γυναικών εκείνο το βράδυ της καταστροφής. Δεν αναζητά τους λόγους που τις ώθησαν εκεί. Τις παρουσιάζει ήδη να βρίσκονται εκτός ορίων. Δεν νομίζω η ταινία να ακολουθεί τα πραγματικά περιστατικά. Από τα λίγα που διάβασα για τις αδερφές Papin, φαίνεται ότι το έγκλημά τους διαπράχθηκε κάπως διαφορετικά. Η εκδοχή που παρουσιάζεται στην ταινία αυτή δεν αναζητά την αλήθεια γύρω από τα γεγονότα. Στηρίζεται σε αυτά προκειμένου να μας δώσει ένα πιο υπερβολικό, άμεσο και βίαιο Repulsion, αν μπορούν να μου επιτραπούν οι όποιες συγκρίσεις. Δεν ασχολήθηκε άλλωστε καθόλου με την σχέση μεταξύ των δύο αδελφών και τις περίεργες κατευθύνσεις που είχε λάβει στην πραγματικότητα, παρουσιάζοντας απλά τις δύο ηρωίδες του να είναι πλήρως εξαρτημένες η μια από την άλλη. Δεν γνωρίζω τον λόγο για τον οποίο το έκανε αυτό αλλά υποπτεύομαι ότι θέλησαν να αποφύγουν νέες προκλήσεις του κοινού αισθήματος.  
 Το 1967 υπογράφει την ταινία "οι βοσκοί" ή "Οι βοσκοί της συμφοράς" , "Les pâtres du désordre"
περί "βοσκών"
Πρόκειται σίγουρα για μια από τις σημαντικότερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. Η ταινία αναφέρεται στους "κολασμένους" ανθρώπους μιας κοινωνίας της ελληνικής επαρχίας, που προσπαθούν να καταφέρουν την προσωπική τους εξιλέωση, με κάθε τρόπο. Πλούσιοι κτηματίες και ζωέμποροι, με τα μοσχαναθρεμμένα αγγελούδια τους, τα οποία όμως κάνουν τις επαναστάσεις τους παρά τις πατρικές αντιρρήσεις, φτωχοί βοσκοί υποτελείς στους προηγούμενους προσπαθούν να πιάσουν "την καλή" και κοντά τους μια κοινωνία ανθρώπων με τα έθιμα τους, τα ήθη και τις δεισιδαιμονίες τους, τις αντιλήψεις και τις ιδέες τους.
 "Οι Βοσκοί", μια αλληγορία για την σκληρότητα της "πρωτόγονης" ανθρώπινης κοινωνίας του 20ου αιώνα, προβλήθηκε στα 1967. Έχει διάρκεια 120 λεπτά, συμπαραγωγής Ελλάδας και Γαλλίας. Διευθυντής παραγωγής, ο σπουδαίος έλληνας σκηνοθέτης Δήμος Θέος. Το σενάριο,  συνυπέγραφε ο γάλλος Jeaun Vauthier.

Το 1975 η ταινία του "Gloria Mundi" έθιγε την πραγματικότητα των βασανιστηρίων στην Αλγερία.
Εν ολίγοις για αυτή την ταινία: μία αναρχοαυτόνομη τρομοκράτισσα υποβάλλεται σε κάθε λογής σωματικά βασανιστήρια και εξευτελισμούς. Όση οργή είχαν προκαλέσει οι "βοσκοί" στην Ελλάδα της χούντας, άλλη τόση προκάλεσε αυτή η ταινία στο αποικιοκρτικό καθεστώς της Αλγερίας αλλά και στην ίδια την Γαλλία που το υπέθαλπε.
 Με τους"Ισορροπιστές" (Les-Equilibristes), το 1991 υπέγραψε ένα αιχμηρό πορτρέτο του Ζενέ, τον οποίο υποδύθηκε αξεπέραστα ο Μισέλ Πικολί.  Για μια ακόμα φορά, μια ταινία του Παπατάκη προκάλεσε  αντιδράσεις.
για την ταινία: Ο Φράντς-Αλί γιος ενός βορειοαφρικανού Γάλλου στρατιώτη ο οποίος σκοτώθηκε στον πόλεμο της Αλγερίας και μιας Γερμανίδας, θα συναντήσει τον Σπαντίς που θα αναλάβει την εκπαίδευσή του, υποτάσοντάς τον έως τη στιγμή που κάποιο ατύχημα θα τον σταματήσει. Ο Σπαντίς παρατάει τον Φράντς-Αλί και ενδιαφέρεται για ένα νεαρό κλέφτη, τον Φρέντυ, που θέλει να γίνει πιλότος στη Formula. Όπως τον Φράντς-Αλί έτσι και τον Φρέντυ, ο Σπαντίς θα τον οδηγήσει στα άκρα και θα βρει το θάνατο σε κάποιον αγώνα αυτοκινήτων. Ο Φράντς-Αλί μην μπορώντας να βγάλει από τη σκέψη του το Σπαντίς οδηγείται και αυτός στα άκρα... Η ταινία είχε επίσημη συμμετοχή στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας το 1991.

Τέλος, η «Φωτογραφία», (που όμως είναι προγενέστερη των "Ισσοροπιστών" το 1986, αλλά την άφησα τελευταία γιατί είναι μια πολύ ιδιαίτερη ταινία).
Θεωρείται μία από τις λυρικότερες ελληνικές ταινίες,
το story της: Ένας νεαρός φεύγει στη διάρκεια της δικτατορίας για το Παρίσι, όπου ζητά βοήθεια από ένα μοναχικό και σχεδόν μισάνθρωπο μακρινό συγγενή του, που έχει εργαστήριο επεξεργασίας γούνας. Μαζί του κουβαλά τη φωτογραφία μιας τραγουδίστριας που την παρουσιάζει σαν αδελφή του, δημιουργώντας έτσι μια σειρά από παρεξηγήσεις, οι οποίες τον παρασύρουν σ’ ένα φαύλο κύκλο με αλλεπάλληλα ψέματα και φαντασιώσεις. Μια αλληγορική ιστορία με τη μορφή σύγχρονης τραγωδίας, γύρω από τις «παρεξηγήσεις» και τις απάτες της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας, ιδωμένη από την οπτική ενός Έλληνα της διασποράς.
Στη «Φωτογραφία», με τους Χρήστο Τσάγκα και Άρη Ρέτσο,  ο Παπατάκης, εξερευνά το θέμα της νοσταλγίας του ξενιτεμένου και την αποξένωση της μετανάστευσης και θίγει πολλά σημεία της τραγικής ιστορίας της Νεότερης Ελλάδας. Η ταινία συμμετείχε επίσημα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (1986) και στο Δεκαπενθήμερο των σκηνοθετών (Quinzaine des réalisateurs) του Φεστιβάλ των Καννών.
Για μένα η ταινία αυτή   εκφράζει με τον πιο γλαφυρό τρόπο τις τυραννικές νεανικές αναζητήσεις μας, τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες μας, και το απαίσιο τέλος του μάταιου βίου μας...

εκτός των παραπάνω:
  • Στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ο Παπατάκης είχε γίνει γνωστός σε ολόκληρο το Παρίσι ως ιδιοκτήτης του θεατρικού καμπαρέ «Tο κόκκινο ρόδο», άντρο του κινήματος των υπαρξιστών και της Juliette Greco. H θεατρικότητα και κυρίως το μπουρλέσκο χιούμορ των ταινιών του βρίσκουν τις καταβολές τους στα θεάματα του «Kόκκινου ρόδου».
  • Παντρεύτηκε την ηθοποιό Ανούκ Αιμέ, με την οποία απέκτησε μία κόρη, την Μανουέλα. 
  • Το 1950 υπήρξε παραγωγός και χρηματοδότης της ταινίας του Ζαν Ζενέ «Ένα ερωτικό τραγούδι», του οποίου τη φωτογραφία υπέγραφε ο Ζαν Κοκτό, αλλά τούτο το μοναδικό αριστούργημα του '"άγιου" (όπως τον απεκάλεσε ο Σαρτρ) συγγραφέα-εγκληματία λογοκρίθηκε και δεν προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες παρά μόνον το 1975.
  • Το 1957 ο Παπατάκης έφυγε για τη Νέα Υόρκη, όπου έζησε με τη μούσα του Αντι Γουόρχολ και των Velvet Underground, Νίκο. Στο Παρίσι γύρισε στις αρχές του ’60 

  • στους "βοσκούς" πρωταγωνιστούσε η τότε γυναίκα του Όλγα Καρλάτου



δεξιά το βιβλίο του "όλοι οι δρόμοι προς την απόγνωση" είναι αυτό για το οποιο γράφω στην αρχή αυτής της ανάρτησης.
εκδόσεις Χατζηνικολή, 348 σελίδες, 19,26 ευρώ στην Πρωτοπορία

Νίκος Παπατάκης - Μονογραφία
Μονογραφία που εκδόθηκε στο πλαίσιο του αφιερώματος στον έλληνα σκηνοθέτη, από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, την Ελληνοαμερικανική Ένωση και τις εκδόσεις Καστανιώτη. Εκτενής ανάλυση της φιλμογραφίας του Νίκου Παπατάκη, έλληνα σκηνοθέτη της Διασποράς, με φωτογραφίες ντοκουμέντα από τη ζωή και το έργο του.


ο Παπατάκης έφυγε. Ήταν σίγουρα ένας μεγάλος αριστερός σκηνοθέτης.
μήπως θα έπρεπε να αρχίσω να ανησυχώ;
  

πηγές:  
heraklion.gr
εφημερίδα Αυγή
festival Θεσσαλονίκης
culturesoup
kinhmatografiko
camerastylonline
εφημερίδα Καθημερινή
Κοινοτοπία

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...